• “Ο κόσμος δεν μάς προσφέρθηκε από τους γονείς μας, μάς τον δάνεισαν τα παιδιά μας“

    Αφρικάνικη Παροιμία

  • Μαζί προχωράμε!

  • Ονειρευόμαστε:

    ...μια νεολαία δυναμική, τολμηρή και πεισματάρα, η οποία οραματίζεται, αναζητά και δεν σταματά ποτέ να διεκδικεί... μια πόλη φιλόξενη, ζωντανή, δημιουργική, που δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους της για εξέλιξη και ανάπτυξη, μια πόλη με χαρακτήρα, προοπτική και όραμα... μια κοινωνία πολυπολιτισμική, ελεύθερη, μια κοινωνία με ιδανικά, αξίες και ηθική... ανθρώπους ευτυχισμένους, χαρούμενους και αποφασιστικούς...με γνώση, λογική και συναισθήματα σε πλήρη αρμονία...
  • αντιδραστικότητα;

  • Θέλω (Jorge Bucay)

    Θέλω να με ακούς, χωρίς να με κρίνεις

    Θέλω τη γνώμη σου, χωρίς συμβουλές

    Θέλω να με εμπιστεύεσαι, χωρίς απαιτήσεις

    Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν΄αποφασίζεις για μένα

    Θέλω να με προσέχεις, χωρίς να με ακυρώνεις

    Θέλω να με κοιτάς, χωρίς να προβάλεις τον εαυτό σου σε μένα

    Θέλω να μ΄αγκαλιάζεις, χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ

    Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια, χωρίς να με σπρώχνεις

    Θέλω να με υποστηρίζεις, χωρίς να με φορτώνεσαι

    Θέλω να με προστατεύεις, χωρίς ψέματα

    Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις

    Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν. Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις

    Θέλω να ξέρεις... πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου... xωρίς όρους

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΑΛΚΟΟΛ

  • ΟΧΙ ΣΤΗΝ internet ΕΞΑΡΤΗΣΗ

  • Ένα παιδί συμβουλεύει…

    Ένα παιδί δίνει 13 πολύτιμες συμβουλές στους γονείς του

    Ø Μη φοβάστε να είστε σταθεροί μαζί μου. Αυτό θα με κάνει να νιώθω περισσότερη σιγουριά.

    Ø Μη με παραχαϊδεύετε. Ξέρω πολύ καλά πως δεν πρέπει να μου δίνετε οτιδήποτε σας ζητώ. Σας δοκιμάζω μονάχα για να δω.

    Ø Μη με κάνετε να νιώθω μικρότερος απ΄ ότι είμαι. Αυτό με σπρώχνει να παριστάνω καμιά φορά το «σπουδαίο».

    Ø Μη μου κάνετε παρατηρήσεις μπροστά στον κόσμο, αν μπορείτε. Θα προσέξω περισσότερο αυτό που θα μου πείτε, αν μου μιλήσετε ήρεμα, μια στιγμή που θα είμαστε οι δυο μας.

    Ø Μη μου δημιουργείτε το συναίσθημα πως τα λάθη μου είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα μου όλες οι αξίες που έχω μάθει να αναγνωρίζω.

    Ø Μην πέφτετε σε αντιφάσεις. Με μπερδεύετε έτσι αφάνταστα και με κάνετε να χάνω την πίστη μου σε εσάς.

    Ø Μη με αγνοείτε, όταν σας κάνω ερωτήσεις, γιατί θα ανακαλύψετε πως θα αρχίσω να παίρνω τις πληροφορίες μου από άλλες πηγές.

    Ø Μην προσπαθείτε να με κάνετε να πιστέψω πως είστε τέλειοι ή αλάνθαστοι. Είναι μια δυσάρεστη έκπληξη για μένα, όταν ανακαλύπτω πως δεν είστε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

    Ø Μη διανοηθείτε ποτέ πως θα πέσει η υπόληψή σας αν μου ζητήσετε συγγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση του λάθους σας μου δημιουργεί πολύ θερμά αισθήματα απέναντί σας.

    Ø Μην ξεχνάτε πως μ΄ αρέσει να πειραματίζομαι. Χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω. Σας παρακαλώ παραδεχτείτε το.

    Ø Μην ξεχνάτε πόσο γρήγορα μεγαλώνω. Θα πρέπει να σας είναι δύσκολο να κρατήσετε το ίδιο βήμα με μένα, αλλά προσπαθήστε σας παρακαλώ.

    Ø Μην ξεχνάτε πως δεν θα μπορέσω να αναπτυχθώ χωρίς πολλή κατανόηση και αγάπη. Αυτό όμως δεν χρειάζεται να το πω, έτσι δεν είναι;

    Ø Μη μου λέτε ποτέ ψέματα!

  • Παιδί ή Ενήλικος;

  • Αυτοεκτίμηση, αυτή η… Άγνωστη!

    10 τρόποι για να βοηθήσετε το παιδί σας να εκτιμά τον εαυτό του.

    vΕπικοινωνήστε ανοιχτά με το παιδί σας.

    vΜάθετε να το ακούτε.

    vΣυμπεριλαμβάνε-τε το παιδί σας στις οικογενειακές συζητήσεις. Δείξτε του ότι εκτιμάτε τις απόψεις του.

    vΠροσπαθήστε να καταλάβετε την άποψη του παιδιού σας.

    vΔώστε στο παιδί σας ευθύνες κατάλληλες για την ηλικία του.

    vΒάλτε σταθερά όρια. Τα παιδιά θέλουν να ξέρουν τι περιμένουν οι άλλοι από αυτά.

    vΝα είστε γενναιόδωροι αλλά και ειλικρινείς όταν επαινείτε ή παροτρύνετε τα παιδιά.

    vΒοηθήστε το παιδί σας να θέσει στόχους και βοηθήστε το να τους πραγματοποιήσει.

    vΝα θυμάστε ότι η νίκη δεν είναι το παν. Το σημαντικό είναι η προσπάθεια.

    vΓίνετε θετικό πρότυπο. Αισθανθείτε περήφανος/η για τον εαυτό σας.

  • Μάς χρειάζονται!

  • «Αν ένα παιδί…» της Dorothy Law Nolte

    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική:
    Μαθαίνει να κατακρίνει
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα:
    Μαθαίνει να καυγαδίζει
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία:
    Μαθαίνει να είναι ντροπαλό
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή:
    Μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση:
    Μαθαίνει να είναι υπομονετικό
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο:
    Μαθαίνει να εκτιμάει
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στη δικαιοσύνη:
    Μαθαίνει να είναι δίκαιο
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην αποδοχή:
    Μαθαίνει να αγαπάει
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια:
    Μαθαίνει να έχει πίστη στον εαυτό του και στους άλλους
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην επιδοκιμασία:
    Μαθαίνει να εκτιμάει
    ☼Αν ένα παιδί ζει μέσα στην φιλία:
    Μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο
  • Όχι στις διακρίσεις!

  • “Πέτα μακριά το ραβδί σου!”

    Από το βιβλίο “Πέτα μακριά το ραβδί σου (Πειθαρχία χωρίς δάκρυα)” των Ρούντολφ Ντράικωρς & Περλ Κάσελ:

    “Το παιδί χρειάζεται ενθάρρυνση σαν το φυτό που χρειάζεται ήλιο και νερό”

    “Μπορούμε να αποδοκιμάζουμε τις πράξεις του παιδιού, χωρίς ν’ αποδοκιμάζουμε το ίδιο το παιδί”

    “Η ελευθερία βλασταίνει από το σπόρο της πειθαρχίας”

    “Μόνο σ’ ένα ήρεμο και συμφιλιωμένο περιβάλλον μπορεί το παιδί να αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του και το δυναμικό του”

    “Η τιμωρία αφήνει να εννοηθεί οτι το παιδί από μόνο του δεν έχει αξία”

  • Στόχευε Ψηλά!

  • Εμείς οι Λίγοι

    Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης

    με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια

    Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι

    Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας

    κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου

    Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει

    Εμείς ερωτευθήκαμε την ουσία του είναι μας

    και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε

    Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές

    Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’αυτόν τον κόσμο

    Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο

    Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων...

    (Γιώργος Μακρής)

  • Αφήστε να πετάξει!

  • Η επόμενη μέρα

    Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει

    πρέπει τώρα ν' αρχίσουμε να γράφουμε όλο και περισσότερα ποιήματα

    για να καθαρίσουμε το τοπίο από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο

    πρέπει τώρα να εξορκίσουμε τους εφιάλτες που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία

    έτοιμοι να μας πιουν όλο το αίμα

    κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη

    πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία

    διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας

    κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας

    για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.

    (Γιώργος Βέης)

  • Γίνε Αστέρι!

    Αν δεν μπορείς να είσαι πεύκο στην κορυφή του λόφου, χαμόδεντρο να γίνεις στην κοιλάδα, μα να γίνεις το πιο όμορφο χαμόδεντρο στου ρυακιού την όχθη. Γίνε θάμνος, αν δεν μπορείς δέντρο να είσαι.

    Κι αν δεν μπορείς να είσαι θάμνος, γίνε χλόη κι ομόρφαινε τις παρυφές του δρόμου. Αν δεν μπορείς να είσαι δρυς, γίνε μικρή φιλύρα αλλά η ομορφότερη κοντά στη λίμνη.

    Να γίνουμε όλοι καπετάνιοι δεν μπορούμε, χρειάζεται και πλήρωμα, έχει δουλειά για όλους, άφθονες δουλειές, μεγάλες και μικρές και πρέπει ο καθένας μας ό,τι μπορεί να κάνει.

    Αν δεν μπορείς να είσαι ο ήλιος, γίνε αστέρι, από το μέγεθος ούτε κερδίζεις ούτε χάνεις, να είσαι ο καλύτερος σ' αυτό που είσαι.

    (Douglas Malloch)

  • Αγαπάμε τα ζώα

  • Ένα παιδί μέσα μας

  • Η παιδική ηλικία είναι το βασίλειο της μεγάλης δικαιοσύνης και της βαθιάς αγάπης. Στα χέρια ενός παιδιού κανένα πράγμα δεν είναι σπουδαιότερο από κάποιο άλλο. Παίζει με μια χρυσή καρφίτσα ή με ένα λευκό λουλούδι. Δεν έχει φόβο της απώλειας.

    Για το παιδί ο κόσμος εξακολουθεί να είναι το όμορφο δοχείο μέσα στο οποίο δεν χάνεται τίποτα.

    Δεν αναγκάζει τα πράγματα να εγκατασταθούν κάπου. Τα αφήνει να διαβούν μέσα από τα χέρια του σαν αγέλη σκοτεινών νομάδων που περνούν κάτω από μιαν αψίδα θριάμβου. Για λίγο φωτίζονται μέσα στην αγάπη του και έπειτα σκοτεινιάζουν ξανά·

    ό,τι φωτίστηκε μέσα στην αγάπη του παραμένει εντός της σαν εικόνα που δεν πρόκειται να χαθεί.

    (Ράινερ Μαρία Ρίλκε)

  • Χωρίς διακρίσεις

  • Ευτυχείτε!

  • Μαθαίνεις

    Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

    Και μαθαίνεις πως αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

    Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

    Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

    Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο σήμερα, γιατί το έδαφος του αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια…

    Και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής

    Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις… Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.

    Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ Αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια

    Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

    Και μαθαίνεις… μαθαίνεις… με κάθε αντίο μαθαίνεις

    (Χόρχε Λουίς Μπόρχες)

  • Θυμούμαι μικρός κάθουμουν συχνά στο κατώφλι του σπιτιού μας, έλαμπε ο ήλιος, καίγουνταν ο αγέρας, σ' ένα μεγάλο σπίτι στη γειτονιά πατούσαν σταφύλια, μύριζε ο κόσμος μούστο, κι εγώ σφαλνούσα τα μάτια ευτυχισμένος, άπλωνα τις φούχτες και περίμενα, κι έρχουνταν ο Θεός, όσο ήμουν παιδί ποτέ δε με γέλασε, έρχουνταν, παιδί κι αυτός σαν και μένα, και μού 'βαζε στα χέρια τα παιχνιδάκια του τον ήλιο, το φεγγάρι, τον άνεμο. "Χάρισμά σου" μού 'λεγε "χάρισμά σου, παίξε μαζί τους, εγώ έχω κι άλλα." Άνοιγα τα μάτια, ο Θεός εξαφανίζουνταν μα απόμεναν στα χέρια μου τα παιχνιδάκια του.

    (Νίκος Καζαντζάκης, "Αναφορά στον Γκρέκο")

  • Ενώ εσύ μου φώναζες…

    Μου μάθαινες να σε φοβάμαι…

    Τραυμάτιζες την αυτοπεποίθηση μου…

    Μου μάθαινες ότι δεν είχα αξιοπρέπεια επειδή ήμουν μικρός…

    Μου μάθαινες να μην τολμάω, να μη δοκιμάζω, να μην προσπαθώ να ανακαλύπτω, να μην παίρνω πρωτοβουλίες, για να μη θυμώνεις…

    Με έκανες να νιώθω ασήμαντος και αδύναμος…

    Μου έδειχνες ότι δεν μπορούσα να σε εμπιστεύομαι…

    Μου μάθαινες ότι δεν μπορούσα να σου μιλήσω αν είχα κάποιο πρόβλημα ή κάποιος μου έκανε κακό, γιατί φοβόμουν πώς θα αντιδρούσες…

    Μου μάθαινες ότι όταν αγαπάμε κάποιον, έχουμε δικαίωμα να του φερόμαστε άσχημα…

    Η φωνή σου δεν με άφηνε να σκεφτώ τα λόγια σου…

    Ίδρωνα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το στομάχι και τα αυτιά μου πονούσαν…

    Θύμωνα που δεν νοιαζόσουν για αυτά που ήθελα να σου πω…

    Αναρωτιόμουν που πήγε ο μπαμπάς μου…

    Mου μάθαινες να φωνάζω κι εγώ…

    Ήμουν μόνος μου…

    Σκεφτόμουν ότι δεν μ’ αγαπάς πια…

    Μου μάθαινες ότι επιτρέπεται να φέρομαι άσχημα σε κάποιον πιο αδύναμο από μένα…

    Μου μάθαινες πώς να φερθώ στα παιδιά μου όταν μεγαλώσω…

    Δεν φανταζόσουν τον αγώνα που πρέπει να δώσω τώρα που μεγάλωσα, για να μη γίνω σαν εσένα…   

  • Και τώρα είσαι

    και είμαι τώρα

    και είμαστε ένα μυστήριο

    που δε θα συμβεί ποτέ ξανά,

    ένα θαύμα που δεν έχει συμβεί

    ποτέ στο παρελθόν

    και λάμποντας αυτό το τώρα μας

    πρέπει να φτάσει στο τότε

    (E.E.Cummings)

Το παραμύθι για το άγνωστο λουλούδι

Τὸ ἄγνωστο λουλούδι

(Πα­ρα­μύ­θι βα­σι­σμέ­νο σὲ πραγ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα, του Ἀντρέι Πλατόνωφ -Андрей Платонов-)

(Неизвестный цветок)

(Сказка-быль)

 

ΟΥ­ΣΕ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ στὸν κό­σμο ἕ­να μι­κρὸ λου­λού­δι. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε στὴ γῆ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­ χο του, σ’ ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Οἱ ἀ­γε­λά­δες καὶ οἱ κα­τσί­κες δὲν σύ­χνα­ζαν ἐ­κεῖ, καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δὲν ἔ­παι­ζαν στὸ μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο. Στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δὲν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κὲς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ἦ­ταν σπαρ­μέ­νες ἐ­κεῖ, κι ἀ­νά­με­σά τους ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ὁ ἄ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Σὰν ἕ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λοῦ­σε σπό­ρους καὶ τοὺς ἔ­σπερ­νε παν­τοῦ – τό­σο στὸ μαῦ­ρο, νο­τι­σμέ­νο χῶ­μα, ὅ­σο καὶ στὸ γυ­μνὸ καὶ πε­τρῶ­δες ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Στὸ μαῦ­ρο καὶ εὔ­φο­ρο χῶ­μα οἱ σπό­ροι ἔ­δι­ναν λου­λού­δια καὶ χορ­τά­ρια, ὅ­μως στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λὸ πέ­θαι­ναν.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα ἕ­νας μι­κρὸς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ λάκ­κο, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ τὸν πη­λό.

       Τὸ σπο­ρά­κι αὐ­τὸ βα­σα­νί­στη­κε γιὰ πο­λύ, κι ἔ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στὴν πά­χνη, ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο, ἀ­φέ­θη­καν ἀ­πὸ μέ­σα του λε­πτὲς τρι­χοῦ­λες ἀ­πὸ ρί­ζες, καὶ μ΄ αὐ­τὲς τρύ­πη­σε τὴν πέ­τρα καὶ τὸν πη­λὸ καὶ ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­να­πτύσ­σε­ται.

       Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ στὸν κό­σμο τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο λου­λού­δι. Δὲν εἶ­χε τί­πο­τα γιὰ νὰ τρα­φεῖ στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό. Οἱ στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­φτα­ναν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἐ­δά­φους, δί­χως νὰ εἰ­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τὶς ρί­ζες του, ὅ­μως τὸ λου­λού­δι ζοῦ­σε καὶ με­γά­λω­νε καὶ γι­νό­ταν σι­γὰ-σι­γὰ ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ψη­λό. Τὸ λου­λου­δά­κι ὕ­ψω­νε τὰ φύλ­λα του ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο, καὶ ὁ ἄ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. Ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο ἔ­πε­φταν στὸν πη­λὸ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ φύ­ση­μά του, μα­ζὶ μὲ εὔ­φο­ρο, μαῦ­ρο χῶ­μα. Σ’ ἐ­κεί­νους τοὺς κόκ­κους σκό­νης ὑ­πῆρ­χε τρο­φὴ γιὰ τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο οἱ κόκ­κοι ἦ­ταν ξε­ροί. Τὸ λου­λού­δι, γιὰ νὰ τοὺς μου­σκέ­ψει, ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι ὅ­λη τὴ νύ­χτα στὴ δρο­σιὰ καὶ τὴ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στὰ φύλ­λα του. Καὶ ὅ­ταν τὰ φύλ­λα βά­ραι­ναν ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά, τὸ λου­λού­δι τὰ χα­μή­λω­νε καὶ ἡ δρο­σιὰ ἔ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τοὺς μαύ­ρους κόκ­κους τῆς σκό­νης, τοὺς φερ­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζὶ καὶ τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τὸ λου­λού­δι ἔ­στη­νε ἐ­νέ­δρα στὸν ἄ­νε­μο καὶ τὸ βρά­δυ στὴ δρο­σιά. Μο­χθοῦ­σε νυ­χθη­με­ρὸν γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἀ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ συγ­κρα­τοῦν τὸν ἄ­νε­μο καὶ νὰ συλ­λέ­γουν τὴ δρο­σιά. Ὅ­μως ἦ­ταν δύ­σκο­λο γιὰ τὸ λου­λού­δι νὰ τρέ­φε­ται μό­νο ἀ­πὸ τοὺς κόκ­κους τῆς σκό­νης, ποὺ ἔ­πε­φταν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἀ­νέ­μου, κι ἀ­κό­μα νὰ μα­ζεύ­ει γι’ αὐ­τοὺς τὴ δρο­σιά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἔ­πρε­πε νὰ ζή­σει, καὶ ὑ­περ­νι­κοῦ­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τὸν πό­νο του ἀ­πὸ τὴν πεί­να καὶ τὴν κού­ρα­ση. Τὸ λου­λού­δι μό­νο μιὰ φο­ρὰ στὴ διά­ρκεια τοῦ εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ὅ­ταν ἡ πρώ­τη ἀ­κτί­να τοῦ πρω­ι­νοῦ ἥ­λιου ἄγ­γι­ζε τὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του.

       Ἐ­ὰν ὅ­μως ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κα­νε πο­λὺ και­ρὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τό­τε τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι αἰ­σθα­νό­ταν ἄ­σχη­μα, καὶ δὲν τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν οἱ δυ­νά­μεις του γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ με­γα­λώ­σει.

       Ὅ­μως τὸ λου­λού­δι δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ μέ­σα στὴ λύ­πη. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα γιὰ ‘κεῖ­νο γί­νον­ταν ὁ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χῶς ν’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τὶς γυ­μνὲς πέ­τρες καὶ τὸν ξε­ρὸ πη­λό. Ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό, τὰ φύλ­λα του δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τρα­φοῦν κα­νο­νι­κὰ καὶ κι­τρί­νι­ζαν: ἕ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ἕ­να ἄλ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ἔ­παιρ­νε ἕ­να γα­λά­ζιο ἢ χρυ­σα­φὶ χρῶ­μα. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ λου­λού­δι ἡ τρο­φή, καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὰ φύλ­λα μὲ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὸ ἴ­διο τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο, δὲν τὸ γνώ­ρι­ζε αὐ­τό: βλέ­πε­τε, ἦ­ταν τυ­φλὸ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του· νὰ δεῖ πῶς στ’ ἀ­λή­θεια ἦ­ταν.

       Στὰ μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ στε­φά­νη τοῦ λου­λου­διοῦ ἄν­θι­σε. Μέ­χρι τό­τε ἔ­μοια­ζε μὲ χορ­τα­ρά­κι, ἐ­νῶ τώ­ρα εἶ­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κὸ λου­λού­δι. Ἡ στε­φά­νη ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέ­τα­λα ποὺ εἶ­χαν ἕ­να ἁ­πλό, φω­τει­νὸ χρῶ­μα, δια­υγὲς καὶ ἔν­το­νο, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ. Καί, ὅ­πως ἕ­να ἀ­στέ­ρι, τὸ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ ζω­η­ρὴ φλό­γα καὶ ἦ­ταν ὁ­ρα­τὸ ἀ­κό­μα καὶ στὴ σκο­τει­νὴ νύ­χτα. Ὅ­ταν ὁ ἄ­νε­μος ἐρ­χό­ταν στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, ἄγ­γι­ζε πάν­το­τε τὸ λου­λού­δι καὶ ἔ­παιρ­νε μα­ζί του τὸ ἄ­ρω­μά του.

       Καὶ νά ποὺ ἕ­να πρω­ι­νὸ ἔ­φτα­σε δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ οἰ­κό­πε­δο ἕ­να κο­ρι­τσά­κι, ἡ Ντά­σα. Ζοῦ­σε μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της στὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νιέ­ρων, καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ ξύ­πνη­σε ἔ­χον­τας ἐ­πι­θυ­μή­σει τὴ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα καὶ τὸ πή­γαι­νε στὸν σταθ­μό, γιὰ νὰ φύ­γει ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ γρή­γο­ρα. Στὸν δρό­μο ἡ Ντά­σα φι­λοῦ­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τὸ γράμ­μα καὶ τὸν ζή­λευ­ε ποὺ αὐ­τὸς θὰ ἔ­βλε­πε τὴ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεί­νη.

       Στὴν ἄ­κρη τοῦ ἔ­ρη­μου οἰ­κο­πέ­δου ἡ Ντά­σα αἰ­σθάν­θη­κε μιὰν εὐ­ω­διά. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ὁ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν ὑ­πῆρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι εἶ­χε φυ­τρώ­σει στὸ μο­νο­πά­τι καὶ τὸ οἰ­κό­πε­δο ἦ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. Ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­πνε­ε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ἀ­πὸ ‘κεῖ μιὰν ἀ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σὰν φω­νὴ ποὺ προ­σκα­λοῦ­σε, τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄ­ση­μης καὶ ἄ­γνω­στης ζω­ῆς. Ἡ Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, ποὺ τῆς εἶ­χε δι­η­γη­θεῖ ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἡ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε μι­λή­σει γιὰ ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, ποὺ συ­νε­χῶς θλι­βό­ταν γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλά­ψει καὶ μό­νο μὲ τὴν εὐ­ω­διὰ περ­νοῦ­σε ἡ θλί­ψη του. «Ἴ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λού­δι νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ στὸ πα­ρα­μύ­θι τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­πως ἐ­γώ», σκέ­φτη­κε ἡ Ντά­σα.

       Πῆ­γε στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο καὶ ἀν­τί­κρι­σε, κον­τὰ σὲ μιὰ πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λου­δά­κι. Ἡ Ντά­σα πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν εἶ­χε δεῖ πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – οὔ­τε σὲ χω­ρά­φι, οὔ­τε στὸ δά­σος, οὔ­τε στὶς εἰ­κό­νες τῶν βι­βλί­ων, οὔ­τε στὸν Βο­τα­νι­κὸ Κῆ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα, δί­πλα στὸ λου­λού­δι, καὶ τὸ ρώ­τη­σε:

       — Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ για­τί δὲν μοιά­ζεις μὲ τ’ ἄλ­λα λου­λού­δια;

       Τὸ λου­λού­δι καὶ πά­λι δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πεῖ. Ὅ­μως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος τὸ κοι­τοῦ­σε, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σβά­λει τὴν Ντά­σα μὲ τὴ σι­ω­πή του.

       — Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       — Καὶ πῶς σὲ λέ­νε; ρώ­τη­σε ἡ Ντά­σα.

       — Κα­νεὶς δὲν μὲ φω­νά­ζει μὲ κά­ποι­ο ὄ­νο­μα, εἶ­πε τὸ λου­λου­δά­κι, ζῶ μο­νά­χο μου.

       Ἡ Ντά­σα κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο.

       — Ἐ­δῶ ἔ­χει πέ­τρες, ἐ­δῶ ἔ­χει πη­λό! εἶ­πε. – Πῶς καὶ ζεῖς μο­να­χό σου, πῶς φύ­τρω­σες μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ καὶ δὲν πέ­θα­νες, ἔ­τσι μι­κρὸ ποὺ εἶ­σαι;

       — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι.

       Ἡ Ντά­σα ἔ­σκυ­ψε στὸ λου­λού­δι καὶ τὸ φί­λη­σε στὸ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­λοι οἱ πι­ο­νιέ­ροι ἦρ­θαν νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ λου­λου­δά­κι. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει ἡ Ντά­σα. Πο­λὺ πρὶν φτά­σουν στὸ οἰ­κό­πε­δο, τοὺς πρό­στα­ξε νὰ πά­ρουν μιὰν εἰ­σπνο­ὴ καὶ τοὺς εἶ­πε:

       —Ἀ­κοῦ­τε πό­σο ὄ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* Ἔ­τσι ἀ­να­σαί­νει αὐ­τό.

       Οἱ πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λου­λου­δά­κι καὶ τὸ κα­μά­ρω­ναν, σὰν νά ’­ταν ἥ­ρω­ας. Ἔ­πει­τα, ἔ­φε­ραν ἕ­να γύ­ρο ὅ­λο το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τὸ μέ­τρη­σαν μὲ τὰ βή­μα­τά τους καὶ ὑ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πριὰ καὶ τέ­φρα ἔ­πρε­πε νὰ φέ­ρουν γιὰ νὰ λι­πά­νουν τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό.

       Ἤ­θε­λαν νὰ γί­νει τὸ χῶ­μα στὸ οἰ­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε καὶ τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι, μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, καὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους του θὰ με­γά­λω­ναν, δί­χως νὰ χα­θοῦν, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τὰ πιὸ κα­λὰ λου­λού­δια, ποὺ θὰ ἔ­λαμ­παν ἀ­πὸ φῶς καὶ ποὺ ὅ­μοι­ά τους δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νά.

       Ἐ­πὶ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες δού­λευ­αν οἱ πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τὸ χῶ­μα στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο. Ἔ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τὸ τα­ξί­δι τους γιὰ ἄλ­λους ἀ­γρούς, γιὰ ἄλ­λα δά­ση, καὶ πλέ­ον στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο δὲν ξα­να­φά­νη­καν.

       Μό­νο ἡ Ντά­σα ἦρ­θε μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­φτα­νε ἤ­δη πρὸς τὸ τέ­λος του καὶ οἱ πι­ο­νι­έ­ροι ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν γιὰ τὰ σπί­τια τους. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι ἡ Ντά­σα ἦρ­θε πά­λι στὴν ἴ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­κροῦ χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα. Καὶ πῆ­γε ἀ­μέ­σως στὸ οἰ­κό­πε­δο νὰ τὸ ἐ­πι­σκε­φθεῖ.

       Ἡ Ντά­σα εἶ­δε ὅ­τι τὸ οἰ­κό­πε­δο εἶ­χε τώ­ρα ἀλ­λά­ξει: τώ­ρα ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ χορ­τά­ρι καὶ λου­λού­δια, κι ἀ­πὸ πά­νω του πε­τοῦ­σαν που­λιὰ καὶ πε­τα­λοῦ­δες. Ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ἀ­να­δι­δό­ταν μιὰ εὐ­ω­διά, ὅ­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη τοῦ μι­κροῦ λου­λου­διοῦ-βι­ο­πα­λαι­στῆ.

       Ὡ­στό­σο, τὸ περ­σι­νὸ λου­λού­δι, αὐ­τὸ ποὺ ζοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό, δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μᾶλ­λον τὸ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τὰ και­νούρ­για λου­λού­δια ἦ­ταν ἐ­πί­σης ὄ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φα ὅ­μως ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νο, τὸ πρῶ­το λου­λού­δι. Ἡ Ντά­σα ἔ­πε­σε σὲ θλί­ψη, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τὸ ἀλ­λο­τι­νὸ λου­λού­δι. Ἐ­νῶ εἶ­χε πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σε. Ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ἕ­να νέ­ο λου­λού­δι – ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιό, μό­νο ἐ­λα­φρῶς κα­λύ­τε­ρο καὶ ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φο. Τὸ λου­λού­δι τοῦ­το με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες, ποὺ τοῦ δυ­σκό­λευ­αν τὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ζω­η­ρὸ καὶ καρ­τε­ρι­κό, ὅ­πως ὁ πα­τέ­ρας του, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τὸ ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα του, ἐ­πει­δὴ ζοῦ­σε στὶς πέ­τρες.

       Στὴν Ντά­σα φά­νη­κε ὅ­τι τὸ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος της, ὅ­τι τὴν κα­λοῦ­σε κον­τά του μὲ τὴ σι­ω­πη­λὴ φω­νὴ τῆς εὐ­ω­διᾶς του.

1950

 

 * Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἐ­δῶ ὁ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀ­παν­τᾶ στὴν Κρή­τη καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὴ μυ­ρω­διὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴν ἀ­κού­σει.

 

Πη­γή: bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com, από: Некоммерческая электронная библиотека «I­m­W­e­r­d­en».
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: